αἰώρα

αἰώρα
Grammatical information: f.
Meaning: `swing, hammock, noose, halter' (Pl.).
Derivatives: αἰωρέω, -έομαι `swing, hang' (Pi.).
Origin: XX [etym. unknown]
Etymology: One reconstructs *Ϝαι-Ϝωρ-έω, an intensive (iterative) verb, Schwyzer 423, 647: a 1, 720 : 2. from which *ϜαιϜώρα \> αἰώρα was derived. Taillardat assumes *h₂uōr-eyō \> *αϜωρέω (as in πωλέω etc.); redupl. in Greek *αϜαϜωρ- which would have given *αϜαιωρ- \> αἰωρ- (like *αϜαιρω \> αἴρω). Not quite certain seems to me the redupl. αϜ-αϜ-, and the development to *αϜαy- and its continuation as (αϜ)-αι- (before vowel). Also, it is not evident that the word has the root of ἀείρω.
Page in Frisk: 1,49

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αἰώρα — αἰώρᾱ , αἰώρα swing fem nom/voc/acc dual αἰώρᾱ , αἰώρα swing fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰώρᾳ — αἰώρᾱͅ , αἰώρα swing fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αιώρα — Η κούνια, παιδικό παιχνίδι. Αποτελείται από ένα κάθισμα στερεωμένο με δύο παράλληλα σχοινιά, τα οποία δένονται σε μια εγκάρσια δοκό, κλαδί δέντρου κλπ. Η α., μετά από τις κατάλληλες ωθήσεις, παίρνει την κίνηση του εκκρεμούς, απομακρύνεται από το… …   Dictionary of Greek

  • αιώρα — [эора] ουσ. Θ. гамак, качели …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αἰώρας — αἰώρᾱς , αἰώρα swing fem acc pl αἰώρᾱς , αἰώρα swing fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰώραν — αἰώρᾱν , αἰώρα swing fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰωρῶν — αἰώρα swing fem gen pl αἰωρέω lift up pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰῶραι — αἰώρα swing fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰώραις — αἰώρα swing fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰώραισι — αἰώρα swing fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰώρη — αἰώρα swing fem nom/voc sg (epic ionic) αἰωρέω lift up pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) αἰωρέω lift up imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.